Health Day logo

Facebook

Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα: Η ρευματοπάθεια που «προτιμά» τους άνδρες
Εκτύπωση E-mail

Πόσο κοινή είναι η αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα και τα υπόλοιπα Ρευματικά νοσήματα της ράχης; Η αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα είναι μια νόσος από την ομάδα των ρευματικών νοσημάτων της ράχης, που είναι γνωστή ως Οροαρνητικές Σπονδυλαρθροπάθειες.

 

 

Γράφει ο Ηλίας Κουρής, Ιατρός Ρευματολόγος

Η αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα (ΑΣ) είναι μία φλεγμονώδης νόσος που προσβάλλει ποσοστό έως και 1% του παγκόσμιου πληθυσμού. Επηρεάζει τη σπονδυλική στήλη και τις μεγάλες περιφερικές αρθρώσεις, συμπεριλαμβανομένων των ισχίων, και μπορεί να συσχετιστεί με άλλες φλεγμονώδεις παθήσεις του δέρματος, των οφθαλμών και του εντέρου.

Συνήθως παρουσιάζεται σε νέους ενήλικες (20-40 ετών), ενώ φαίνεται να «προτιμά» τους άνδρες. Τα πρώτα συμπτώματα της ΑΣ είναι ήπια και ενδέχεται να περιλαμβάνουν συχνό πόνο και πρωινή δυσκαμψία στο χαμηλότερο τμήμα της σπονδυλικής στήλης και των γλουτών. Τα συμπτώματα επιδεινώνονται με την ανάπαυση και βελτιώνονται με την ήπια

άσκηση και την κίνηση. Στις πιο προχωρημένες περιπτώσεις, η ΑΣ ενδέχεται να οδηγήσει σε σχηματισμό νέου οστού στη σπονδυλική στήλη, που ενδέχεται να προκαλέσει αγκύλωσή της σε μία συγκεκριμένη θέση με εξαιρετικά περιορισμένη κινητικότητα. Άλλα κοινά συμπτώματα της αγκυλοποιητικής σπονδυλίτιδας είναι:

-Ο πόνος που οφείλεται σε φλεγμονή στα σημεία κατάφυσης των τενόντων και των συνδέσμων, που εντοπίζεται στις ποδοκνημικές, στις πτέρνες, στην πύελο και το θωρακικό τοίχωμα.

-Η μειωμένη κινητικότητα της σπονδυλικής στήλης και η ευαισθησία στην πίεση των ιερολαγονίων αρθρώσεων.

-Η πλήρης αγκύλωση της σπονδυλικής στήλης (baboo spine).

-Χαρακτηριστικό ακτινολογικό εύρημα της νόσου είναι η συμμετρική ιερολαγονίτιδα (εμφανίζονται συνήθως μέσα στα πρώτα χρόνια από την έναρξη της νόσου).

Αντιμετώπιση

Οι στόχοι της θεραπείας περιλαμβάνουν τη μείωση του πόνου και της δυσκαμψίας, την αντιμετώπιση της φλεγμονής, την αποκατάσταση ή τη βελτίωση της κινητικότητας της σπονδυλικής στήλης και των ισχίων, την αποφυγή ή/ και την ελαχιστοποίηση της προκαλούμενης από τη νόσο ανικανότητας και, τέλος, την πρόληψη ή/και την άμεση αναγνώριση και αντιμετώπιση των σχετιζόμενων από την νόσο επιπλοκών. Η ΑΣ είναι μία πάθηση που μπορεί να οδηγήσει σε αναπηρία και ενδέχεται να μην διαγνωσθεί ακόμα και για δέκα χρόνια, επομένως είναι σημαντικό για άτομα

που εμφανίζουν συμπτώματα να επισκεφθούν έγκαιρα έναν ρευματολόγο ώστε να ξεκινήσουν την κατάλληλη αγωγή.

Οι anti-TNFα βιολογικοί παράγοντες (Adalimumab, Etenercept, Infliximab, Golimumab) αποτελούν τη θεραπεία εκλογής τόσο για την αντιμετώπιση της προσβολής του αξονικού σκελετού όσο και της περιφερικής αρθρίτιδας. Ασθενείς με ΑΣ που είναι υποψήφιοι για να αρχίσουν αγωγή με anti-TNFa βιολογικούς παράγοντες είναι εκείνοι που:

1.Έχουν ενεργό νόσο (BASDAI > 4 σε δύο διαδοχικές εκτιμήσεις μέσα σε διάστημα 2 μηνών) και 2.Αποτυχία της «κλασικής» αγωγής με NSAIDs (δηλαδή μη ανταπόκριση σε τουλάχιστον 2 φάρμακα μέσα σε διάστημα 1 μήνα), με τοπικές εγχύσεις με κορτικοειδή (όπου κι όταν έχουν ένδειξη) ή με σουλφασαλαζίνη / SSZ (για την αντιμετώπιση της περιφερικής αρθρίτιδας).

Άλλα μέτρα

Τα γενικά υποστηρικτικά μέτρα που μπορεί να ληφθούν από τον ίδιο τον ασθενή και το οικογενειακό του περιβάλλον περιλαμβάνουν:

Ένα σταθερό, καθημερινό πρόγραμμα ασκήσεων (χωρίς την άρση βάρους), με επικέντρωση στις διατατικές ασκήσεις και σε εκείνες που βελτιώνουν την κινητικότητα της σπονδυλικής στήλης και των περιφερικών αρθρώσεων. Ιδανική άσκηση για την ΑΣ, είναι η κολύμβηση.

Διατήρηση του ιδανικού βάρους σώματος φαίνεται να έχει πολύ μεγάλη σημασία.

Ύπνος, χωρίς τη χρησιμοποίηση μαξιλαριού, για την πρόληψη των παραμορφώσεων της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης.

Διακοπή του καπνίσματος και ένα πρόγραμμα αναπνευστικής γυμναστικής.

Αντιγριπικό εμβολιασμό κάθε χρόνο και πραγματοποίηση του εμβολίου κατά του πνευμονιόκοκκου κάθε 5 χρόνια.

Τακτική παρακολούθηση από ειδικευμένο ιατρό- ρευματολόγο. Κάθε 3-4 μήνες, καλό είναι να πραγματοποιείται εργαστηριακός έλεγχος, κλινική εκτίμηση της νόσου και τροποποίηση της αγωγής, όταν και όποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο.